La Eucaristía y los divorciados

juan vicente boo / corresponsal en el vaticano
Día 21/02/2014 – 16.59h

El Papa Francisco sorprendió el viernes a los cardenales de todo el mundo, reunidos en el Vaticano, aplaudiendo sin reservas la presentación introductoria de dos horas realizada por el cardenal Walter Kasper el día anterior, que propone readmitir a la Eucaristía a algunos divorciados vueltos a casar que cumplan requisitos muy específicos.

En su texto, que el Vaticano prefirió no difundir por considerarlo material de trabajo interno de los cardenales, Kasper recuerda que el matrimonio sacramental ante la Iglesia es indisoluble, pues así lo declaro Jesús.

El cardenal alemán señala también que no sería solución honrada simplificar los trámites para las anulaciones, pues la mayoría de los católicos no las piden cuando son conscientes de que su matrimonio ha fracasado pero no fue nulo.

 

La Biblia

La Biblia forma una unidad de 73 libros que narran el origen de la humanidad, la historia del pueblo de Israel y la vida de Jesucristo y los primeros años de los cristianos. Estos libros fueron escritos a lo largo de 1000 años, de ellos 46 libros fueron redactados durante 900 años a.C. y constituyen el Antiguo Testamento y 27 libros fueron escritos durante 100 años d.C. y constituyen el llamado Nuevo Testamento. Se escribieron separadamente, sobre todo en hebreo, algo en arameo y posteriormente compilados en griego para formar esa unidad de la Biblia. En el s III a.C. ya se había recopilado en Alejandría la llamada “Versión de los 70”, como traducción al griego del Antiguo Testamento. En el Nuevo Testamento se cita con frecuencia esta versión.

La Iglesia Católica establece el canon, como un listado, de esos 73 libros en el Sínodo de Roma del año 382. Esta es la versión de los 73 libros que San Jerónimo tradujo al latín (Vulgata).

Se entiende que el pueblo judío no admita la denominación de Antiguo Testamento y, menos aún, la validez del llamado Nuevo Testamento. Los grupos protestantes no admiten la validez de 7 de esos libros del Antiguo Testamento llamados Deuterocanónicos.

Este tema de las lenguas originales, versiones y traducciones de la Biblia es punto clave de las controversias entre especialistas y teólogos que han tenido la oportunidad de mostrar su honradez profesional trabajando con las lenguas originales sin manipular las posibles traducciones para defender sus hipótesis teológicas: por desgracia, la falta de profesionalidad y honradez también se ha colado con frecuencia en este ámbito.

Para todos los cristianos, la Biblia es de inspiración divina, narra la relación de Dios con los hombres, durante todos esos siglos y, a través del pueblo hebreo, y la revelación de los atributos y ser de Dios.

Los protestantes optaron por el principio de “sola scriptura” y, por tanto no admiten ninguna otra autoridad que la Biblia, mientras los católicos entienden que la Biblia solamente puede ser entendida correctamente en la Tradición y enseñanza de la Iglesia.



Continue reading “La Biblia”

Στωικισμός

Ο Στωικισμός αποτελεί μία σημαντική φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων (300 π.Χ. – περίπου 250 μ.Χ.), ιδρυθείσα στην Αθήνα από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα με κέντρο την«Ποικίλη Στοά» από όπου και πήρε το όνομά της η Σχολή.

Κατά τους στωικούς, η ανθρώπινη φύση είναι τμήμα της παγκόσμιας φύσης, η οποία καθοδηγείται και κυβερνάται από τον συμπαντικό νόμο της Λογικής. Ο άνθρωπος, ως έλλογο ον, συγγενεύει όχι μόνο με τα άλογα ζώα αλλά και με τους Θεούς και πέραν του ενστίκτου διαθέτει και ηθική αίσθηση.

Κύριο ζητούμενο του βίου είναι συνεπώς το να ζει κάποιος σύμφωνα με την φύση του, η οποία για τον άνθρωπο, μέσω της λογικότητάς του (στα λατινικά ratio), ωθεί προς την Αρετή, άρα το «κατά Φύσιν ζήν» σημαίνει «κατ’ Αρετήν ζήν». Η Αρετή είναι το μόνο αγαθό και μόνο από αυτήν εξαρτάται η ευημερία. Όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, στερούνται αξίας, είναι «αδιάφορα».

Σύμφωνα με τον στωικισμό, καθήκον του ανθρώπου είναι να θέσει τον εαυτό του σε αρμονία με το Σύμπαν, το οποίο, ως λογικό και αγαθό, τού μεταφέρει τις ιδιότητές του. Με το να βλάπτει κανείς τους άλλους για το υποτιθέμενο ατομικό του συμφέρον, υπονομεύει κατ’ ουσίαν την ίδια του την φύση. Ο στωικός δεν αρνείται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, ούτε όμως και εξαρτάται από αυτόν, απλώς ζει ατάραχα μέσα του ενώ, σε αντίθεση προς την απόσυρση των επικουρείων, συμμετέχει σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής (λ.χ. πολιτική, οικογένεια, κ.λ.π.).

Κατά τους στωικούς, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της κοινής λογικής φύσης τους, η αγάπη και προσφορά για την πατρίδα είναι το πρώτο βήμα της αγάπης και της προσφοράς για την μεγάλη πατρίδα όλων μας, την «κοσμόπολι» της ανθρωπότητας και του Σύμπαντος (που κυβερνάται από αιώνιους και αμετάβλητους φυσικούς νόμους), ένας τεράστιος αριθμός πραγμάτων που οι άνθρωποι αποδέχονται από ένστικτο, μπορεί να αποδειχθεί και με την Λογική, ο συμμερισμός των άλογων συναισθημάτων δεν είναι επιθυμητός, το δίκαιο είναι θέμα όχι άποψης αλλά φύσης, ο βίος καθορίζεται από την Ειμαρμένη και, φυσικά, η Μαντική ευσταθεί.

Οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή. Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Σε αντίθεση προς τους επικούρειους, οι στωικοί δέχονται σε επίπεδο Θρησκείας την προσευχή και την λατρευτική πράξη, μόνο όμως όταν το περιεχόμενό τους βρίσκεται σε συμφωνία με την Μοίρα (Σενέκας, «Naturales Quaestiones», 2. 37 και 5. 25). Η προσευχή δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα, μπορεί ωστόσο να φέρει στον άνθρωπο την ορθή πνευματική κατάσταση σε σχέση με αυτά (Μάρκος Αυρήλιος, 9. 40), ενώ ως καλύτερη μορφή λατρείας των Θεών ορίζεται η κατανόηση και μίμηση της αγαθότητάς τους (Σενέκας, «Επιστ.» 95. 47 – 50).

Τέλος, όπως και στον Επικουρισμό, η πιθανότητα προσωπικής αθανασίας (με εξαίρεση την θέση του Ποσειδωνίου, της Μέσης Στοάς) απορρίπτεται.

Continue reading “Στωικισμός”

Secessio plebis

Secessio plebis (withdrawal of the commoners, or Secession of the Plebs) was an informal exercise of power by Rome’s plebeian citizens, similar to a general strike taken to the extreme. During a secessio plebis, the plebs would simply abandon the city en masse and leave the patrician order to themselves. Therefore a secessio meant that all shops and workshops would shut down and commercial transactions would largely cease. This was an effective strategy in the Conflict of the Orders due to strength in numbers; plebeian citizens made up the vast majority of Rome’s populace and produced most of its food and resources, while a patrician citizen was a member of the minority upper class, the equivalent of the landed gentry of later times. Authors report different numbers for how many secessions there were. Cary & Scullard (p. 66) state there were five between 494 BC and 287 BC